επιφορτίζω

επιφορτίζω
μετ.
1) возлагать, поручать; με επιφόρτισαν να... мне поручили...; 2) нагружать, навьючивать; 3) отягощать, обременять

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "επιφορτίζω" в других словарях:

  • ἐπιφορτίζω — load heavily pres subj act 1st sg ἐπιφορτίζω load heavily pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιφορτίζω — επιφορτίζω, επιφόρτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επιφορτίζω — (Α ἐπιφορτίζω) [φορτίζω] νεοελλ. 1. αναθέτω σε κάποιον μια φροντίδα, μια ενέργεια («μέ επιφόρτισαν να σάς αναγγείλω αυτή την είδηση») 2. (για προϊόντα, εμπορεύματα κ.λπ.) επιβαρύνω με δαπάνες αρχ. 1. φορτώνω πάνω σε κάτι 2. υπερφορτώνω,… …   Dictionary of Greek

  • επιφορτίζω — επιφόρτισα, επιφορτίστηκα, επιφορτισμένος, μτβ. 1. φορτώνω πάνω σε κάτι, επιβαρύνω. 2. μτφ., αναθέτω σε κάποιον κάποια φροντίδα, τον αγγαρεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιφορτίζετε — ἐπιφορτίζω load heavily pres imperat act 2nd pl ἐπιφορτίζω load heavily pres ind act 2nd pl ἐπιφορτίζω load heavily imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτιζομένων — ἐπιφορτίζω load heavily pres part mp fem gen pl ἐπιφορτίζω load heavily pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτισαμένων — ἐπιφορτίζω load heavily aor part mid fem gen pl ἐπιφορτίζω load heavily aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτίζει — ἐπιφορτίζω load heavily pres ind mp 2nd sg ἐπιφορτίζω load heavily pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτίζοντα — ἐπιφορτίζω load heavily pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπιφορτίζω load heavily pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτίζουσι — ἐπιφορτίζω load heavily pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπιφορτίζω load heavily pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιφορτίσαι — ἐπιφορτίζω load heavily aor inf act ἐπιφορτίσαῑ , ἐπιφορτίζω load heavily aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»